Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Λημμώδες

ποίημα (το)

ουσιαστικό, μα σπάνια

ορισμός

ποίημα νοείται ως
η (μάταιη) προσπάθεια του αγάλματος
να συνάγει εαυτόν απ' το καλούπι

ετυμολογία

το ποίημα γεννιέται, κάποτε,
από ένα ρήμα - ή άλλη Πτώση -
μα φθείρεται (μτγν.)
σε κοσμητικό επίθετο,
ήτοι κοινό γύψο,
που σπάζει με την πρώτη δεξίωση,
σα πιατικό στην πίστα

η φαρμακευτική πορεία
από το ένα άκρο στο άλλο,
καθιστά το ποίημα ομόρριζο
του κοινού επιθέματος,

δηλαδή,

κάτι που προστατεύει
μι' ανοιχτή πληγή,
από τον καθαρόν αέρα
και το φόβο
να επουλωθεί ταχύτερα
της φροντίδας, που αποζητά

ανατομία

ο ποιητής, στην πραγματικότητα,
δεν ξέρει τι γράφει,
εξού
και τα περισσότερα ποίηματα είναι τυφλά ∙
χρειάζονται τύπον τινά
ικανό να τα οδηγεί διαρκώς κάπου

ως εκ τούτου,
τη σωστή περπατησιά
τη φτιάνουν δυο ποδάρια :
ένα του ποιητή
κι ένα του παραποιητή,
δηλαδή,
εκείνου που συντρέχει
με το βλέμμα του
κι είναι συνώνυμος του αναγνώστη

αναγνώστες δεν υπάρχουν,
εξού
και τα περισσότερα ποιήματα είναι και κουτσά
∙ όπως οι ποιητές τους

το ποίημα, σα δεν κουτσαίνει
- ένα στα τρισδεκάκις χαρακώματα -
μάλλον οφείλεται σε έρωτα
ή σ' επανάσταση,
τότε δηλαδή που οι άνθρωποι
ή φιλιούνται ή ξεκοιλιάζονται,
στη λύσσα τους να 'ρθουν
όσο το δυνατόν εγγύτερα

παράδειγμα

« είχε ένα κορμί σα χέλι,
χόρευε το τσιφτετέλι »

ή στη φράση

« να πεις το ποίημα »

η οποία υπονοεί
πως κάτι ύποπτο συμβαίνει
στο μυαλό εκείνου,
που ασχολείται με την ποίηση

συνώνυμα

τα στιχάκια, ο τοκετός
κι η αναμόχλευση

ετερώνυμα

ο ποιητής

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Χαϊκού Ουισκιού

Μια κατσαρίδα
με ρώτησε τι κάνεις
και την πάτησα

[2012]

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Αντί προλόγου

Χρειάζεται να θεσπίσουμε ποινές
γι' αυτούς που γράφουν υποδόριους
προλόγους στα βιβλία - ή άλλα
ταξίδια.

Μόνος σκοπός να σε γεμίσουν ενοχή,
που κοντοστέκεσαι γυμνός στο πασαδούρο,
βαστάζοντας μονάχα τη διαύγεια
του πυρετού,
των οριζόντων.

Δεν είναι η αποκαθήλωση της ρότας
με το κουμπάσο κι άλλες προοικονομίες,
όχι δεν είναι τούτο. Μα είναι
- να -
λίγο πριν φορτωθείς εκείνη,
που θα βαστάς για το ταξίδι ανάσα
και δένεις με τις φλέβες καντιλίτσα
τη μοίρα σου σφιχτά σε κάτι ξένο,

είναι στο μπράτσο σου χέρι απρόσκλητο,
την ώρα αυτή, που δεν ανήκεις πουθενά,
στ' αυτί χείλη παράταιρα,

για να σου πουν κάτι ανόητο, να σε κατευοδώσουν,
να σε φοβίσουν ότι ξέχασες
το πιο σημαντικό.